Με θλίψη για το Άγιο Όρος και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως

Ο Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ Φωτογραφία: ΕΟΔ

Το Φανάρι δεν μπορεί να σταματήσει στο μονοπάτι του οικουμενισμού και να αγνοήσει τους κανόνες κι το Άγιο Όρος δεν μπορεί πλέον να στέκεται σταθερό στην Ορθόδοξη πίστη. 

Πριν από αρκετούς μήνες, δημοσιεύτηκε κείμενο του ιεράρχη της Εκκλησίας της Ελλάδας, Σεβασμιώτατου Μητροπολίτη Πειραιώς κ.κ. Σεραφείμ, «Το Φανάρι δεν είχε κανένα δικαίωμα να παρέμβει σε άλλη τοπική Εκκλησία».  Σε αυτό το κείμενο ο Σεβασμιώτατος εξετάζει τόσο τις αποκλίσεις από την πίστη του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, όσο και την αδυναμία πολλών, αν όχι των περισσότερων από τα μοναστήρια του Αγίου Όρους, τα οποία σιωπηλά, και μερικές φορές έμμεσα, εκφράζουν τη συμφωνία τους με τέτοιες ενέργειες του Φαναρίου. Η γνώμη του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτη κ.κ. Σεραφείμ, που μερικές φορές εκφράζεται με αρκετά σκληρά λόγια, αξίζει να διαβαστεί και να ληφθεί υπόψη.

Титульная страница книги митрополита Серафима

Ποιος είναι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ.κ. Σεραφείμ;

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ (κατά κόσμον Xρήστος Μεντζελόπουλος) γεννήθηκε στην Αθήνα στις 29 Δεκεμβρίου 1956. Το 1980 εκάρη μοναχός στη Μονή Πεντέλης της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος από τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Σεραφείμ. Είναι απόφοιτος του Θεολογικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 2001 εξελέγη επίσκοπος Χριστιανουπόλεως, και βοηθός του αρχιεπισκόπου Αυστραλίας Στυλιανού από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο και την Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μητροπολίτης Πειραιώς εξελέγη στις 28 Φεβρουαρίου 2006. Όταν τον ανέβασε στον άμβωνα, αρνήθηκε πολύ εύγλωττα να δεχτεί τα δώρα που, σύμφωνα με μια μακρά παράδοση, παρουσιάζονται στον επίσκοπο που αναλαμβάνει τη διοίκηση της μητρόπολης. Εξηγώντας την πράξη του, είπε ότι δεν ζητά φήμη και γήινες απολαύσεις, δεν θέλει ούτε χρυσό ή ασήμι, και θα εργάζεται ανιδιοτελώς για τη σωτηρία του ποιμνίου του.

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ 

Ο Πειραιώς κ.κ. Σεραφείμ συμμετέχει ενεργά στη δημόσια ζωή και αντιδράει έντονα σε γεγονότα που, κατά τη γνώμη του, απαιτούν ηθική εκτίμηση από την ιεραρχία της εκκλησίας. Ζήτησε μποϊκοτάζ της ταινίας «Ο Κώδικας Ντα Βίντσι», του ίδιου του βιβλίου του Νταν Μπράουν, αποκαλώντας τα σαν «αντι-ιστορικά, απολύτως απατηλά και γελοία», διαμαρτυρήθηκε κατά της επίσκεψης του Πάπα Βενέδικτου XVI στην Κύπρο, παραπονέθηκε στη Βασίλισσα Ελισάβετ Β της Μεγάλης Βρετανίας για τον τραγουδιστή Έλτον Τζον για τα βλασφημικά λόγια του για τον Χριστό, επέκρινε την ιεραρχία της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Σερβίας για την απομάκρυνση του επισκόπου Ράσκα και Πριζρένη κ.κ. Αρτεμίου (Ραντοσάβλιεβιτς) από τη διοίκηση της επισκοπής.

Επιπλέον, επέκρινε έντονα τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης για τον οικουμενισμό, τις ελληνικές αρχές για την αναγνώριση των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤ ανθρώπων και την προώθηση της ιδεολογίας των φύλων. Και, φυσικά, ο Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ αρνήθηκε να αναγνωρίσει την OCU, παρά τη γνώμη άλλων ιεραρχών της Εκκλησίας της Ελλάδος, δηλώνοντας ότι αντιτίθεται στην «κακόβουλη δραστηριότητα των αφομοιωμένων, διαχωρισμένων και μη χειροτονημένων ανθρώπων στο σχίσμα, οι οποίοι αποκαταστάθηκαν λανθασμένα από την Ιερά Σύνοδο του Σεβάσμιου Οικουμενικού Πατριαρχείου χωρίς την κανονική διαδικασία που ορίζουν οι ιεροί κανόνες».

Το Άγιο Όρος δεν είναι το ίδιο που ήταν

Σύμφωνα με τον Μητροπολίτη κ.κ. Σεραφείμ, η κατάσταση με την αναγνώριση της OCU από ορισμένα μοναστήρια του Αγίου Όρους μόνο αποκάλυψε την υπάρχουσα ήδη υποβάθμιση της πνευματικής ζωής και της σταθερότητας στην πίστη στο Άγιο Όρος.

«Η σοβαρή πνευματική υποβάθμιση και καθίζηση του σημερινού Αγίου Όρους αποτελεί πλέον κοινή θλιβερή διαπίστωση πολλών πνευματικών ανδρών και καταξιωμένων προσωπικοτήτων, που παρακολουθούν τα αγιορειτικά δρώμενα και την εν γένει παρουσία του στο σύγχρονο εκκλησιαστικό γίγνεσθαι», γράφει ο Μητροπολίτης. Πράγματι, αν νωρίτερα οι Αθωνίτες προτιμούσαν κάθε είδους δυσκολίες και ακόμη και θάνατο από την απόκλιση από την πίστη, τώρα βλέπουμε πώς οι κοσμικές ανησυχίες και η ανησυχία για την υλική ευημερία των μοναστηριών αναγκάζουν ορισμένους επικεφαλής να υπακούσουν στις απαιτήσεις του Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου και των Αμερικανών διπλωματών και να αναγνωρίσουν την OCU, να επιτρέπουν να υπάρχουν στις λειτουργίες στα μοναστήρια τους άτομα που δεν έχουν ούτε κανονική χειροτονία στην ιεροσύνη, ούτε και βάπτισμα. Επιπλέον, οι ίδιοι οι Αθωνίτες, κατά κανόνα, το καταλαβαίνουν τέλεια, αλλά κρύβονται πίσω από το δάχτυλο τους λέγοντας: αφού ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης «ο ίδιος» τους αναγνώρισε, τότε ποιοι είμαστε να του αντιπαρατεθούμε; Παλαιότερα, οι κάτοικοι του Αγίου Όρους έπαιρναν εντελώς διαφορετικές θέσεις. Για αυτούς, το πιο σημαντικό πράγμα ήταν η καθαρότητα της Ορθόδοξης Πίστης και όχι η γνώμη των δυνατών ανθρώπων του κόσμου.

«Με πόνο ψυχής διαπιστώνουμε, ότι δυστυχώς, το σύγχρονο άγιον Όρος, το πάλαι ποτέ προπύργιο της Ορθοδοξίας, ο κυματοθραύστης των αιρέσεων, που ανέδειξε πλειάδα οσίων και οσιομαρτύρων, ασκητών και ομολογητών της πίστεως, δεν έχει καμία σχέση με το άγιον Όρος, που γνωρίσαμε στα νεανικά μας χρόνια προ 35ετίας περίπου».

Πολλοί Ορθόδοξοι σε πολλές χώρες του κόσμου είναι συνηθισμένοι να βλέπουν το Άγιο Όρος ως πνευματικό φάρο στην οργισμένη θάλασσα της ζωής. Η άποψη του Αγίου Όρους ήταν σεβαστή ως μαρτυρία της αλήθειας των σκληρών ασκητών, των ανθρώπων που προσεύχονται συνέχεια, των ασκητών της ευσέβειας, για τους οποίους τέτοιοι παράγοντες όπως ο πλούτος, η εύνοια των αρχών και η γνώμη του κόσμου δεν αξίζουν τίποτα. Οι οποίοι μπορούσαν να πουν μαζί με τον Απόστολο Ιωάννη: «Γνωρίζουμε ότι προερχόμαστε από τον Θεό, αλλά ολόκληρος ο κόσμος βρίσκεται στην εξουσία του πονηρού» (1 Ιωάννη 5:19).

Αλλά τώρα, σύμφωνα με τον Μητροπολίτη κ.κ. Σεραφείμ, η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά: «Βλέπουμε σήμερα ένα άγιον Όρος αγνώριστο πνευματικά, φοβισμένο και υποδουλωμένο απέναντι στην προϊσταμένη του εκκλησιαστική αρχή, έτοιμο να υποταχθεί στις εντολές του Φαναρίου, ακόμη και όταν αυτό σε πολλές περιπτώσεις δεν ορθοτομεί. Ένα άγιον Όρος χωρίς παλμό, ζωντάνια, αγωνιστικό και ομολογιακό φρόνημα. Ένα άγιον Όρος που παρουσιάζεται σε πολλά θέματα, ιδίως σε θέματα πίστεως, αιρέσεων και σχισμάτων, να συνευδοκεί, να συστοιχίζεται και να συμπορεύεται με την αίρεση και το σχίσμα. Ένα άγιον Όρος που ταλαντεύεται μεταξύ αιρέσεως και Ορθοδοξίας, ανίκανο να αρθρώσει λόγο θεολογικό, ανίκανο να υψώσει το ανάστημα του και να ελέγξει την αίρεση και αυτούς που την προωθούν, απ’ όπου και αν αυτοί προέρχονται».

Σε γενικές γραμμές, η πτώση του αμετάβλητου, όπως φαινόταν μέχρι πρόσφατα, των πνευματικών αρχών, μας κάνει να σκεφτόμαστε σε ποιους μπορούν να προσανατολιστούν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί σήμερα, ποιους να εμπιστευθούν και ποιους να ακολουθήσουν; Ο άγιος ψαλμωδός Δαβίδ λέει ότι σε τέτοιες καταστάσεις πρέπει να περιμένουμε βοήθεια και σωτηρία απευθείας από τον Θεό, ο οποίος δεν θα διστάσει να την δείξει: «Σώσε μέ, Κύριε, από την κακίαν και τους κακούς, που με περιβάλλουν, διότι δεν έχει απομείνει πλέον άνθρωπος ενάρετος επάνω εις την γην. Σπάνιοι είναι οι ειλικρινείς και αληθινοί λόγοι μεταξύ των ανθρώπων» (Ψαλ 11: 2, 3).

Η πτώση του αμετάβλητου, όπως φαινόταν μέχρι πρόσφατα, των πνευματικών αρχών, μας κάνει να σκεφτόμαστε σε ποιους μπορούν να προσανατολιστούν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί σήμερα, ποιους να εμπιστευθούν και ποιους να ακολουθήσουν;

Μερικοί ερμηνευτές των Αγίων Γραφών εφιστούν την προσοχή στο γεγονός ότι ο προφήτης Δαβίδ δεν λέει ότι η αλήθεια εξαφανίστηκε εντελώς, αλλά ότι «μειώθηκε», δηλαδή έγινε μικρή και αόρατη. Αλλά εξακολουθεί να υπάρχει. Έτσι στο σημερινό Άγιο Όρος υπάρχουν μοναστήρια και υπάρχουν μοναχοί που δεν ακολουθούν την πορεία ελάττωσης της πίστης και της ευσέβειας, αλλά στέκονται σταθερά στην Ορθοδοξία, ανεξάρτητα από οτιδήποτε. «Βεβαίως οι διαπιστώσεις αυτές δεν ισχύουν για όλες τις αγιορείτικες Μονές και όλους τους αγιορείτες. Δόξα τω Θεώ υπάρχουν και Ιερές Μονές, λίγες βέβαια, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, (Ιερές Μονές Γρηγορίου, Καρακάλλου, Κωνσταμονίτου και Φιλοθέου), όπως και αρκετοί μοναχοί σε σκήτες και κελιά, που εξακολουθούν να αντιστέκονται στην παναίρεση του Οικουμενισμού και στις αυθαιρεσίες του Φαναρίου», γράφει ο Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ.

Η δημιουργία της OCU είναι το πιο τραγικό γεγονός τις τελευταίες δεκαετίες

«Το ουκρανικό Αυτοκέφαλο <…> υπήρξε το τραγικότερο «εκκλησιαστικό γεγονός των τελευταίων δεκαετιών»,  διότι εξαιτίας αυτού προκλήθηκε ένα παγκόσμιο, πανορθοδόξων διαστάσεων σχίσμα», γράφει ο Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ.

Όπως είναι γνωστό, ο Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος και οι υποστηρικτές του αρνούνται πεισματικά την ύπαρξη σχίσματος στην Ορθοδοξία ως αποτέλεσμα των αντι-κανονικών ενεργειών του για τη δημιουργία της OCU. Η κατάσταση της απουσίας της Ευχαριστιακής κοινωνίας μεταξύ της ROC και του Φαναρίου, καθώς και το γεγονός ότι δέκα από τις δεκατέσσερις γενικά αναγνωρισμένες Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν αναγνωρίζουν την OCU, το αποκαλούν ένα είδος προσωρινής παρεξήγησης, η οποία υποτίθεται ότι θα διευθετηθεί μόλις η ROC θα πειστεί ότι η δημιουργία της OCU είναι τετελεσμένο.

«Το ουκρανικό Αυτοκέφαλο υπήρξε το τραγικότερο «εκκλησιαστικό γεγονός των τελευταίων δεκαετιών»,  διότι εξαιτίας αυτού προκλήθηκε ένα παγκόσμιο, πανορθοδόξων διαστάσεων σχίσμα».

Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ

Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ εστιάζει όχι μόνο στο γεγονός ότι δέκα Τοπικές Εκκλησίες δεν αναγνωρίζουν την OCU, αλλά και ότι η αναγνώριση αυτής της δομής από τις Αλεξανδρινές, Ελληνικές και Κυπριακές Εκκλησίες έγινε με προφανείς παραβιάσεις και δεν αποτελεί πραγματική πλήρη αναγνώριση.

«Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας αποδέχθηκε το ουκρανικό Αυτοκέφαλο ως τετελεσμένο γεγονός και μνημόνευσε τον ψευδομητροπολίτη Επιφάνιο, χωρίς να συγκαλέσει προηγουμένως Σύνοδο, προκειμένου εκείνη να αποφανθεί οριστικά για την αναγνώριση, ή μη, του ουκρανικού Αυτοκεφάλου. Προφανώς επειδή γνώριζε ότι αν συγκαλέσει Σύνοδο, η πλειοψηφία των Ιεραρχών θα αντιδράσει και δεν θα επιτύχει το σκοπό του, έλαβε από μόνος του την απόφαση της αναγνώρισης, καταπατώντας όμως το Συνοδικό Σύστημα και ενεργώντας ως μικρός πάπας».

«Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος συζήτησε μεν συνοδικά το ουκρανικό Αυτοκέφαλο, ωστόσο δεν έγινε ονομαστική ψηφοφορία, (όπως θα έπρεπε βέβαια για ένα τόσο φλέγον θέμα), ώστε να εκφραστεί διά της ψήφου η γνώμη όλων των Ιεραρχών και επικράτησε τελικά, (με απαράδεκτο και αντισυνοδικό τρόπο), η γνώμη του Προέδρου Αρχιεπισκόπου κ. Ιερωνύμου».

Προσθέτουμε ότι η Εκκλησία της Κύπρου δεν έλαβε καθόλου απόφαση για την αναγνώριση της OCU, αλλά συμφώνησε να μην αντιταχθεί στον εορτασμό του Σεργκέι Πετρόβιτς (Επιφάνιος) Ντουμένκο από τον επικεφαλής της Εκκλησίας της Κύπρου, τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομο Β΄. Ακόμα και καθαρά λογικά, για να μην αναφέρουμε την ιστορική παράδοση της αναγνώρισης, το κείμενο του αντίστοιχου εγγράφου της Συνόδου της Κυπριακής Εκκλησίας δεν αποτελεί αναγνώριση της OCU.

Το Φανάρι εισέβαλε σε εξωγήινο κανονικό έδαφος

Επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι για περισσότερους από τρεις αιώνες ολόκληρη η Ορθόδοξη Εκκλησία, συμπεριλαμβανομένου του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, έχει αναγνωρίσει ότι η δικαιοδοσία της Ρωσικής Εκκλησίας εκτείνεται στην επικράτεια της Ουκρανίας, ο Μητροπολίτης Σεραφείμ αναφέρεται στην πρόσφατη έρευνα του πρωτοπρ. π. Αναστασίου Γκοτσοπούλου.

« Όπως έχει καταδείξει σε πρόσφατη εργασία του, ο πρωτοπρ. π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος «σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, έγγραφα και εκδόσεις, ακόμα και του ιδίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου που έχουν εκδοθεί από το δικό του εν Κωνσταντινουπόλει ‘Πατριαρχικόν Τυπογραφείον’, σύμφωνα με μελέτες στελεχών και συνεργατών του Οικουμενικού Πατριαρχείου, (Αρχειοφύλακας του Οικ. Θρόνου Κ. Δελλικάνης, π. Θ. Ζήσης, Β. Σταυρίδης, Βλ. Φειδάς, Γρ. Λαρεντζάκης), καθώς και επίσημα διατυπωμένες θέσεις του ιδίου του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου (επιστολές, ομιλίες), προκύπτει ότι η ίδια η εκκλησιαστική και κανονική συνείδηση του Οικουμενικού Θρόνου τους τελευταίους τρεισήμισι αιώνες μέχρι και το 2018, δεν θεωρούσε ως κανονικό του έδαφος την Ουκρανία, την οποία αναγνώριζε με τον πλέον επίσημο και σαφή τρόπο ότι υπάγεται στην κανονική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου της Ρωσίας, το οποίο ασκούσε την πλήρη κανονική δικαιοδοσία του σε όλα τα ζητήματα της εκκλησιαστικής ζωής», γράφει ο Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ.

Στην πραγματικότητα, αυτό είπαν εξ αρχής τόσο η UOC όσο και η ROC: το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης δεν μπορεί να παρέμβει στο ουκρανικό εκκλησιαστικό ζήτημα, καθώς δεν έχει λόγους για αυτό. Ξεχωριστά, ο Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ επικεντρώνεται στο γεγονός ότι στην Ουκρανία υπάρχει μία κανονική UOC και ένας κανονικός Μητροπολίτης του Κιέβου: «Όλες, χωρίς καμία εξαίρεση, οι Εκκλησίες θεωρούν ως μοναδικό κανονικό Μητροπολίτη Κιέβου τον Ονούφριο. Με αυτόν και την περί αυτόν Σύνοδο και μόνο, είχαν κοινωνία στα διορθόδοξα και πανορθόδοξα συλλείτουργα και στις Επιτροπές όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες. Αυτή η ομοφωνία εκφράζει την πανορθόδοξη-οικουμενική εκκλησιαστική συνείδηση της Ορθοδοξίας, την οποία κανένας δεν έχει δικαίωμα να περιφρονήσει χωρίς σοβαρές συνέπειες».

«Όλες, χωρίς καμία εξαίρεση, οι Εκκλησίες θεωρούν ως μοναδικό κανονικό Μητροπολίτη Κιέβου τον Ονούφριο. Με αυτόν και την περί αυτόν Σύνοδο και μόνο, είχαν κοινωνία στα διορθόδοξα και πανορθόδοξα συλλείτουργα και στις Επιτροπές όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ

Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης παραμέλησε αυτήν την ομοφωνία, και οι τραγικές συνέπειες δεν άργησαν πολύ καιρό - εκδηλώθηκαν στον σχηματισμό ενός σχίσματος στην Ορθοδοξία. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ όχι μόνο δηλώνει το γεγονός της εισβολής του Φανάρι στην κανονική επικράτεια κάποιου άλλου, αλλά επίσης απαριθμεί τους ιερούς κανόνες που παραβιάστηκαν σε τέτοιο τρόπο: «τό Οικουμενικό Πατριαρχείο δὲν είχε κανένα κανονικὸ δικαίωμα νὰ παρέμβει στην δικαιοδοσία άλλης τοπικής Εκκλησίας, (εν προκειμένω της Ρωσίας), και επομένως διέπραξε ένα σοβαρότατο κανονικό αδίκημα, αυτό της εἰσπήδησης, πού καταδικάζονται απὸ πολλοὺς Ιεροὺς Κανόνες (Β-2, Γ-8, Πενθέκτης-39, Αντιοχείας-13, -22, Σαρδικής-3 κ.α.) καὶ σύνολη τὴν εκκλησιαστικὴ Παράδοση».

Οι σχισματικοί δεν είχαν μετάνοια

Στη δημοσίευσή του, ο Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ απαντά σε αυτήν την ερώτηση για τον λόγο ότι μεταξύ εκείνων που υποστηρίζουν τις ενέργειες του Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου, διαδίδεται η γνώμη ότι ο πρώην επικεφαλής της UOC-KP Φιλαρέτος Ντενισένκο και ο πρώην επικεφαλής της UAOC Μακάριος Μαλέτιτς, δήλωσαν  «μετάνοια» και εκφράστηκε από το γεγονός ότι διέλυσαν τις θρησκευτικές οργανώσεις υπό την ηγεσία τους στη «Σύνοδο ενοποίησης» τον Δεκέμβριο του 2018.

Ο Βλαδίκα κ.κ. Σεραφείμ επισημαίνει ότι αυτή η ενέργεια δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί μετάνοια. Υπενθυμίζει ότι ο Φιλαρέτος Ντενισένκο ήταν προηγουμένως επίσκοπος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, τότε εκδιώχθηκε από το αξίωμα και αφορίστηκε από την Εκκλησία και ο Μακάριος Μάλετιτς ήταν ιερέας της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και έλαβε την «επισκοπή» του ενώ ήταν ήδη εκτός Εκκλησίας του Χριστού.

«Για να απαντήσουμε στο ερώτημα, αν υπήρξε μετάνοια εκ μέρους των σχισματικών, θα πρέπει να εξετάσουμε, αν αυτοί επανήλθαν στην εκκλησιαστική κοινωνία με την τοπική Εκκλησία από την οποία αποσχίσθηκαν. Διότι μετάνοια σημαίνει: Διαλύω το εκκλησιαστικό μόρφωμα, που κακώς δημιούργησα και επανέρχομαι υποχρεωτικά στην εκκλησιαστική δομή από την οποία αποσχίσθηκα. Οι Φιλάρετος και Μακάριος, ναι μεν διέλυσαν τα σχισματικά μορφώματα, που δημιούργησαν, αλλά δεν επανήλθαν στην εκκλησιαστική δομή από την οποία αποσχίσθηκαν, δηλαδή στην κανονική υπό τον Ονούφριο ουκρανική Εκκλησία».

Ένα επιπλέον (και πολύ πειστικό) επιχείρημα ότι δεν υπήρχε μετάνοια είναι το γεγονός ότι το 2019 ο Φιλαρέτος Ντενισένκο αποχώρησε από την OCU και ανακοίνωσε ότι ήταν και πάλι ο επικεφαλής της UOC-KP. 

Το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης δεν είναι το ανώτατο εφετείο

Όπως είναι γνωστό, ο Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος και οι υποστηρικτές του ισχυρίζονται ότι ο επικεφαλής του Φαναρίου έχει το δικαίωμα να λαμβάνει προσφυγές από κληρικούς που διαφωνούν με τις αποφάσεις των επισκόπων ή των Συνόδων τους από όλες τις Τοπικές Εκκλησίες. Αποδεικνύεται ότι το ζήτημα της υπέρτατης έκκλησης τέθηκε ήδη στον 4ο-5ο αιώνα και αποφασίστηκε από την Εκκλησία στο επίπεδο των Οικουμενικών Συνόδων. Είναι αλήθεια ότι εκείνες τις ημέρες οι ισχυρισμοί ως το ανώτατο εφετείο δεν εκφράστηκαν από τον Επίσκοπο της Κωνσταντινούπολης, αλλά από τον Επίσκοπο της Ρώμης.

«Το κρίσιμον, επομένως, θέμα, το οποίον τίθεται από κανονικής επόψεως εις το συγκεκριμένον ζήτημα είναι, εάν αι αποφάσεις τελείας Συνόδου, προεδρευομένης υπό Πατριάρχου, ως είναι η Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας, είναι ανέκκλητοι, ή δύνανται να εκκληθούν ενώπιον άλλης Πατριαρχικής Συνόδου. Το θέμα αυτό απησχόλησε την Οικουμενικήν Εκκλησίαν μετά την Σύνοδον της Σαρδικής και τους Κανόνας Αυτής Γ΄, Δ΄ καί Ε΄».

В 419 г. состоялся Поместный собор в Карфагене. Его участниками Το 419 πραγματοποιήθηκε Τοπική Σύνοδος στην Καρθαγένη. Οι συμμετέχοντες ήταν 217 επίσκοποι, συμπεριλαμβανομένων των κληρονόμων του Πάπα: Επίσκοπος Φαουστίνος του Πικενίου Ποτεντίου και πρεσβύτεροι Φίλιππος και Αζέλος. Η Σύνοδος συνήλθε σχετικά με το ερώτημα: Έχει ο Πάπας το δικαίωμα να προσφύγει κατά των αποφάσεων των Συνόδων της Καρθαγένης Εκκλησίας; Η απάντηση ήταν σαφής - δεν ισχύει και η διατύπωση αυτής της απάντησης ήταν μάλλον σκληρή: «‘Ομοίως ήρεσεν, ίνα οι πρεσβύτεροι και οι διάκονοι και οι λοιποί κατώτεροι κληρικοί, εν αις έχουσιν αιτίαις, εάν τα δικαστήρια μέμφωνται των ιδίων επισκόπων, οι γείτονες επίσκοποι ακροάσωνται αυτών και μετά συναινέσεως του ιδίου επισκόπου, τα μεταξύ αυτών διαθώσιν οι προσκαλούμενοι παρ’ αυτών επίσκοποι. Διό, ει και περί αυτών έκκλητον παρέχειν νομίσωσι, μη εκκαλέσωνται εις τα πέραν της θαλάσσης δικαστήρια, αλλά προς τους πρωτεύοντας των ιδίων επαρχιών, ως και περί των επισκόπων πολλάκις ώρισται. Οι δε προς περαματικά δικαστήρια διεκκαλούμενοι, παρ᾽ ουδενός εν τη Αφρική δεχθώσιν κοινωνίαν’». Δηλαδή, η έκκληση του κληρικού με έφεση προς τον Επίσκοπο της Ρώμης γενικά αναγνωρίστηκε ως βάση για τον αφορισμό από την εκκλησιαστική κοινωνία.

Και δεδομένου ότι οι κανόνες της Καρθαγενικής Συνόδου εγκρίθηκαν από τον Β΄ Κανόνα της Αγίας Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, απλώς δε από τον Α΄ της Δ΄ και τον Α΄ της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, τότε η απόφαση αυτή επιβεβαιώνεται από εξουσία των Οικουμενικών Συνόδων και είναι γενικά δεσμευτική. Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ γράφει: «Επομένως η αρχαία Εκκλησία εδέχθη ότι τα υπό Γ΄, Δ΄ καί Ε΄ Κανόνων της Σαρδικής οριζόμενα αφεώρων ειδικόν προνόμιον, το οποίον απενεμήθη εις τον τότε Ορθόδοξον Επίσκοπον της πρεσβυτέρας Ρώμης διά τους υπ’ αυτόν υποκειμένους Επισκόπους και μόνον και όχι ανάθεσις υπερτάτης εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας εις αυτόν». Όλοι οι γνωστοί ερμηνευτές των κανονικών κανόνων επιβεβαιώνουν αυτήν την αρχή: οι εκκλήσεις των κληρικών εξετάζονται από την ιεραρχία αυτής της Τοπικής Εκκλησίας, όπου αυτοί οι κληρικοί εκτελούν ή εκτέλεσαν τη διακονία τους.

Οι σχισματικοί δεν έχουν ιερή χειροτονία

Όταν η δημιουργία της OCU ήταν ακόμη υπό ανάπτυξη, πολλοί επίσκοποι και θεολόγοι, τόσο οι συμπαθητικοί του Φαναρίου όσο και οι όχι συμπαθητικοί, προβληματιστήκαν με το ερώτημα: πώς θα λύσει το Φανάρι το πρόβλημα της έλλειψης κανονικών χειροτονιών μεταξύ των σχισματικών; Εξάλλου, όλοι γνωρίζουν ότι σχεδόν όλοι οι «επίσκοποι» της OCU «χειροτονήθηκαν» σε μια εποχή που ολόκληρος ο Ορθόδοξος κόσμος τους αναγνώριζε ως αφορισμένους από την Εκκλησία. Η πιο συχνά ακούμενη εικασία ήταν ότι οι Φαναριώτες θα  αναδιοργανώσουν «κρυφά ή ρητά» το «επισκοπικό» της OCU. Κανείς δεν μπορούσε καν να σκεφτεί να αναγνωρίσει αυτές τις «χειροτονίες» αναδρομικά. Αλλά το Φανάρι έκανε ακριβώς αυτό, δημιουργώντας έτσι μια νέα άποψη για το Μυστήριο της ιεροσύνης. Σύμφωνα με αυτή τη νέα άποψη, η Χάρη του Αγίου Πνεύματος κατεβαίνει σε αυτόν που χειροτονήθηκε λόγω της αναγνώρισης αυτού από την πλευρά του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Ωστόσο, αυτό μόνο μαρτυρεί το πώς το Φανάρι κατανοεί διεστραμμένα αυτό το Μυστήριο.

Το Φανάρι ενέκρινε μια νέα άποψη για το Μυστήριο της Ιεροσύνης. Σύμφωνα με αυτή τη νέα άποψη, η Χάρη του Αγίου Πνεύματος κατεβαίνει σε αυτήν που χειροτονήθηκε λόγω της αναγνώρισης αυτού από την πλευρά του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ δεν είναι τόσο κατηγορηματικός στο ζήτημα της μη αναγνώρισης των «χειροτονιών» των σχισματικών όσο και σε πολλά άλλα θέματα. Δεν λέει ότι η αναδρομικά αναδυόμενη χάρη της ιεροσύνης είναι καταρχήν αδύνατη. Γράφει ότι αυτό το ζήτημα δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Φαναρίου, αλλά στη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία: «Η μόνη εκκλησιαστική αρχή που είναι αρμόδια να αποφασίσει για την αποκατάσταση των σχισματικών είναι η Εκκλησία της Ρωσίας, με την προϋπόθεση βέβαια ότι οι σχισματικοί θα επεδείκνυαν μετάνοια ειλικρινή, η οποία, όπως πολύ ορθά παρατηρεί ο καθηγητής κ. Τσελλεγγίδης, είναι εκ των ων ουκ άνευ για την επάνοδο των σχισματικών στην κανονικότητα. Την οποία βέβαια μετάνοια δεν επέδειξαν μέχρι σήμερα οι σχισματικοί». Εδώ μπορεί κανείς να διαφωνήσει με την άποψη του Μητροπολίτη κ.κ. Σεραφείμ. Μιλά για «αποκατάσταση των σχισματικών» υπό την προϋπόθεση της μετάνοιας τους, αλλά τελικά, είναι αδύνατο να «αποκαταστήσει» ένα άτομο σε αυτό που δεν είχε ποτέ. Αν παραδεχτούμε ότι οι «χειροτονίες» των «επισκόπων» της OCU είναι ασήμαντες, ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια φαντασία, τότε πώς μπορούμε να τα επαναφέρουμε στην ιεροσύνη, ακόμη και υπό την κατάσταση της οικονομίας;

Σε κάθε περίπτωση, ο Μητροπολίτης Σεραφείμ δεν αναγνωρίζει κατηγορηματικά την παρουσία της Χάριτος της ιεροσύνης στην OCU.

Περί του Αυτοκεφάλου της Ουκρανίας

Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ γράφει ότι το Αυτοκέφαλο, το οποίο φέρεται να παραχωρήθηκε από το Φανάρι στην OCU, δεν μπορούσε να χορηγηθεί για δύο λόγους: πρώτον, η Κωνσταντινούπολη δεν είχε κανένα δικαίωμα να το κάνει μονομερώς, και δεύτερον, το Αυτοκέφαλο μπορεί να παραχωρηθεί μόνο σε μια κανονικά αναγνωρισμένη εκκλησιαστική δομή, η οποία ζητά αυτό το Αυτοκέφαλο.

Сразу оговоримся, самый главный аргумент невозможности предоставления автокефалии ПЦУ митрополит Серафим оставил за скобками. И это аргумент разбирался чуть выше – невозможно назвать Автокефальной Церковью сообщество мирян, не имеющих священнического сана. Все остальные доводы, приведенные элладским архиереем, безусловно, убедительны, однако лишь в теории, без связи с легализацией украинских раскольников.

Στην Ορθοδοξία δεν υπάρχει διαδικασία για τη χορήγηση Αυτοκέφαλου, που κατοχυρώνεται στους κανόνες. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι δεν μας την επέτρεψαν. Ιστορικά το Αυτοκέφαλο παραχωρήθηκε από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και τη Ρωσική Εκκλησία. Η Κωνσταντινούπολη παραχώρησε Αυτοκέφαλο στις Σερβικές, Βουλγαρικές, Ρουμανικές και άλλες Εκκλησίες και η ROC - στην Πολωνική Εκκλησία, στην Εκκλησία της Τσεχίας-Σλοβακίας και στη Σλοβακία, καθώς και στην Ορθόδοξη Εκκλησία στην Αμερική (αναγνωρίζεται από τους Ρώσους, Γεωργιανούς, Βουλγάρους, Εκκλησίες της Πολωνίας και της Τσεχοσλοβακίας, οι υπόλοιποι το θεωρούν μέρος της ROC). Ωστόσο, το Αυτοκέφαλο που παραχώρησε η ROC πραγματοποιήθηκε πριν από αρκετές δεκαετίες και αμφισβητείται από το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης. Το Φανάρι ισχυρίζεται ότι το δικαίωμα παραχώρησης αυτοκεφαλίας σε οποιονδήποτε ανήκει μόνο σε αυτό. Ο λόγος για αυτό είναι μόνο η φιλόδοξη επιθυμία του ίδιου του Φαναρίου και τίποτα περισσότερο.

Ιστορικά προηγούμενα που δεν κατοχυρώνονται με τον κανόνα του νόμου παραμένουν ιστορικά προηγούμενα. Προκειμένου να καλυφθεί αυτό το κενό στον κανόνα, κατά την προετοιμασία της Συνόδου στην Κρήτη, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2016, αναπτύχθηκε ένα έγγραφο σχετικά με τη διαδικασία χορήγησης αυτοκέφαλου, το οποίο δεν υποβλήθηκε για συζήτηση από την Κρητική Σύνοδο και η Κρητική Σύνοδος δεν έγινε πανορθόδοξη, όπως είχε αρχικά προβλεφθεί, λόγω της απουσίας εκπροσώπων των Αντιότσιων, Γεωργιανών, Βουλγαρικών και Ρωσικών Εκκλησιών. Ωστόσο, ο Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ αναφέρεται στο ανεπτυγμένο έγγραφο σχετικά με τη σειρά της αυτοκεφαλίας και επισημαίνει τη βασική του αρχή: τη συγκατάθεση όλων των Τοπικών Εκκλησιών.

«Ο Τόμος ανακηρύξεως της Αυτοκεφαλίας προέβλεπε μεταξύ άλλων ως απαραίτητη προϋπόθεση την συναίνεση όλων των τοπικών Εκκλησιών: «Εφ’ όσον ο Οικουμενικός Πατριάρχης εξασφαλίζει τήν συναίνεσιν των κατά Τόπους Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, διά της λήψεως εγγράφου συναινέσεώς τους, δύναται να υπογράψῃ μόνος του τόν Πατριαρχικόν Τόμον…». Από τα παρά πάνω γίνεται σαφές ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης ούτε Αυτοκεφαλία μπορεί να χορηγήσει χωρίς τη σύμφωνη γνώμη και συναίνεση όλων των τοπικών Εκκλησιών, ούτε Έκκλητο να δέχεται, ούτε «να είναι ρυθμιστής των εκκλησιαστικών πραγμάτων», γράφει ο Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ.

Ο δεύτερος λόγος για την άρνηση της αυτοκεφαλίας της OCU είναι ότι η κανονική UOC δεν ζήτησε καμία αυτοκεφαλία: «Μια άλλη πολύ βασική παράμετρος του θέματος είναι το γεγονός ότι η τοπική Εκκλησία της Ουκρανίας, η υπό τον Ονούφριο επισήμως αναγνωρισμένη από όλες τις άλλες τοπικές Εκκλησίες, δεν ζήτησε και δεν επεδίωξε την ανακήρυξή της σε Αυτοκέφαλη Εκκλησία, σε αντίθεση βέβαια με τα άλλα Αυτοκέφαλα, που χορήγησε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, (Ελλάδος, Σερβίας, Βουλγαρίας, Ρουμανίας, Πολωνίας, Αλβανίας και Τσεχίας-Σλοβακίας), στα οποία είχε υποβληθεί το σχετικό αίτημα από τις τοπικές Εκκλησίες. <…> Δεν χωρεί ουδεμία σύγκρισις του χορηγηθέντος Αυτοκεφάλου εις τους σχισματικούς και παρασυναγώγους της Ουκρανίας με την κανονικήν χορήγησιν υπό του Σεπτού Οικουμενικού Πατριαρχείου του καθεστώτος της Αυτοκεφαλίας εις τας Κανονικάς Εκκλησίας της Ελλάδος, της Σερβίας, της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Πολωνίας, της Αλβανίας και της Τσεχίας-Σλοβακίας».

Ο Μητροπολίτης Σεραφείμ υποστηρίζει επίσης ότι  η νέα οικουμενιστική θεωρία του «πρώτου άνευ ίσων», η οποία προήλθε από τα σπλάγχνα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διότι πρώτος την εισήγαγε ο Σεβ. Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ζιζιούλας και συμπλήρωσε ο Σεβ. Αμερικής Ελπιδοφόρος, στοχεύει στην προώθηση των οικουμενικών φιλοδοξιών του Φαναρίου. Ωστόσο, ο Βλαδίκα Σεραφείμ δεν εξέτασε αυτό το ζήτημα λεπτομερώς σε αυτό το κείμενο, αλλά έστειλε όσους ενδιαφέρονται στις προηγούμενες δημοσιεύσεις του. Και η πιο πρόσφατη θέση του Βλαντίκα που δεν χρειάζεται να ελπίζουμε ότι η σημερινή διαίρεση στην Ορθοδοξία θα επιλυθεί κάπως με την πάροδο του χρόνου.

Εδώ ο Μητροπολίτης κ.κ. Σεραφείμ έχει απόλυτο δίκιο, για να λύσει το πρόβλημα της υπάρχουσας διαίρεσης, είναι απαραίτητο, πρώτον, να αναζητηθεί μια κοινή λύση για όλες τις Τοπικές Εκκλησίες, και δεύτερον, αυτή η απόφαση πρέπει να βασίζεται στους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας και όχι στις φιλοδοξίες των μεμονωμένων εκκλησιαστικών ιεραρχών.

 

Αν παρατηρήσετε κάποιο σφάλμα, επισημάνετε το επιθυμητό κείμενο και πιέστε Ctrl + Enter για να ενημερώσετε τον διαχειριστή για αυτό.

Δημοσκοπησεις

Θα εμβολιαστείτε κατά του COVID;
Ναι, είναι ο μόνος τρόπος για να διασφαλιστεί η ασφάλεια στους ναούς
14%
Ναι, όταν υπάρχει εμβόλιο που μπορώ να εμπιστευτώ
24%
Όχι, είμαι κατά του εμβολιασμού γενικά
19%
Όχι, φοβάμαι το τσιπάρισμα με το πρόσχημα του εμβολίου
43%
Συνολικά ψήφισαν: 21

Αρχείο

Система Orphus