Χωρίς Ορθόδοξους αλλά με Καθολικούς: τι είδους ενότητα επιδιώκει το Φανάρι;

Το Φανάρι και το Βατικανό προχωράνε προς την ευχαριστιακή ενότητα; Φωτογραφία: ΕΟΔ

Σχεδόν καμία Ορθόδοξη Εκκλησία δεν παρευρέθηκε στη γιορτή του Φαναρίου. Δεν υπήρχαν ούτε εκπρόσωποι της OCU. Ωστόσο, η αντιπροσωπεία ΡΚΕ ήταν παρούσα. Τι σημαίνει αυτό;

Στις 30 Νοεμβρίου 2020 το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης γιόρταζε την Θρονική του Εορτή, σε πανηγυρική ατμόσφαιρα το Οικουμενικό Πατριαρχείο τίμησε τη μνήμη του ιδρυτού του, Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου. Οι εορτασμοί πραγματοποιήθηκαν παραδοσιακά στο Φανάρι.

Η Θεία Λειτουργία τελέστηκε προεξάρχοντος του Πατριάρχη Βαρθολομαίου σε συλλείτουργο με δύο ιεράρχες του Φαναρίου, τον Μητροπολίτη Ικονίου Θεόληπτο και τον Μητροπολίτη Σηλυβρίας Μάξιμο.

Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, πολλοί ιεράρχες ήταν παρόντες στην λειτουργία: Μητροπολίτης Δέρκων κ. Απόστολος, Μητροπολίτης Φιλαδέλφειας κ. Μελίτων, Μητροπολίτης Μυριοφύτου και Περιστάσεως κ. Ειρηναίος, Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος, Μητροπολίτης Καλλιουπόλεως και Μαδύτου Στέφανος, Μητροπολίτης Κυδωνιών κ. Αθηναγόρας, ο βοηθός Πατριαρχικός Επίσκοπος Αλικαρνασσού κ. Αδριανός, ο βοηθός Πατριαρχικός Επίσκοπος Τράλλεων κ. Βενιαμίν και βοηθός Επίσκοπος Δαφνουσίας κ. Σμάραγδος.

Όλοι αυτοί οι επίσκοποι ανήκουν στο Φανάρι. Η συντριπτική πλειοψηφία εξ αυτών είναι είτε τιμητικοί (όπως Θεόληπτος, Μελίτων, Χρυσόστομος και Στάεφανος), είτε επίτροποι (Αδριανός, Βενιαμίν, Σμάραγδος). Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ο τιτουλάριος επίσκοπος είναι επίσκοπος που φέρει τον ιστορικό τίτλο μιας ανύπαρκτης πόλης ή μιας πόλης που βρίσκεται σε μη Ορθόδοξη επικράτεια, πρόσβαση στην οποία δεν είναι δυνατή για Ορθόδοξο επίσκοπο.

Έτσι, από τους ιεράρχες που παρευρίσκονται στη εορτή του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, μόνο οι Σηλυβρίας Μάξιμος, ο Δέρκων Απόστολος και ο Κυδωνιών Αθηναγόρα μπορούν να ονομαστούν οι κυβερνώντες επίσκοποι. Εκ των οποίων, μόνο ο Μητροπολίτης Απόστολος έχει 5 Ορθόδοξες κοινότητες στην επισκοπή. Όλοι οι άλλοι οι πιο πάνω αναφερθέντες ιεράρχες δεν έχουν σχεδόν καθόλου ούτε εκκλησίες εν λειτουργία ούτε πραγματικές ενορίες.

Πίσω από την πλειονότητα των ιεραρχών του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης δεν υπάρχει πραγματικός αριθμός ενοριών. Πολλοί από τους επισκόπους του, στην καλύτερη περίπτωση, αντιπροσωπεύουν κάτι δεκάδες ενορίτες. Δεν μπορούν, ούτε κυριολεκτική ούτε μεταφορικά, να υπαγορεύουν τη θέλησή τους στον Ορθόδοξο κόσμο.

Χρειαζόμαστε μια τόσο λεπτομερή περιγραφή των επισκόπων που είναι παρόντες στην Θρονική γιορτή του Φαναρίου για να κατανοήσουμε ότι δεν υπάρχει πραγματικός αριθμός κοινοτήτων πίσω από τους ιεράρχες του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Όλοι αυτοί οι επίσκοποι, στην καλύτερη περίπτωση, αντιπροσωπεύουν κάτι δεκάδες ενορίτες. Δεν μπορούν, ούτε κυριολεκτική ούτε μεταφορικά, να υπαγορεύουν τη θέλησή τους στον Ορθόδοξο κόσμο, ή να επιλύουν ζητήματα μεγάλης δογματικής και κανονικής σημασίας.

Επιπλέον, στη εορτή του Αποστόλου Ανδρέα το 2020, σε αντίθεση με τα προηγούμενα χρόνια, δεν υπήρχε ούτε ένας Προκαθήμενος των Τοπικών Ορθόδοξων Εκκλησιών. Με εξαίρεση τον Αρχιεπίσκοπο Ανθηδώνος Νεκτάριο (Εκκλησία των Ιεροσολύμων), δεν υπήρχαν καν εκπρόσωποι των Τοπικών Εκκλησιών.

Φυσικά, μια τέτοια λιτότητα αδελφικής κοινωνίας θα μπορούσε να είχε αποδοθεί στην πανδημία. Δήθεν, «ήθελαν να έρθουν, αλλά δεν μπορούσαν». Αν δεν ήταν ένα «αλλά», εκπρόσωποι της αυτόνομης Φινλανδικής Εκκλησίας και αρκετά μεγάλη αντιπροσωπεία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας κατάφεραν να έρθουν στην εορτή, παρά την πανδημία.

Φανάρι και Βατικανό: κίνηση προς ένα στόχο

Η παρουσία των Φινλανδών είναι κατανοητή. Πρώτον, εξαρτώνται πλήρως από το Φανάρι. Δεύτερον, η Φινλανδική Εκκλησία έχει τώρα σοβαρά εσωτερικά προβλήματα και η ηγεσία της χρειάζεται απλώς μια απόδειξη πιστότητας στο Φανάρι.

Ενώ η παρουσία των Καθολικών στην λειτουργία εξηγείται από εντελώς διαφορετικά κίνητρα. Τα τελευταία χρόνια το Φανάρι ολοταχώς προχωράει προς την ενότητα με τη Ρώμη. Αυτό εκφράζεται όχι μόνο στην ανταλλαγή δώρων και αντιπροσωπειών, αλλά και μέσω συγκεκριμένων δηλώσεων, η έννοια των οποίων πηγάζει από την αναπόφευκτη και επικείμενη ευχαριστιακή ενότητα μεταξύ αυτών των δομών.

Έτσι, σε επιστολή που απηύθυνε στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, ο Πάπας Φραγκίσκος σημείωσε ότι «η σχέση μεταξύ της Καθολικής Εκκλησίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου έχει αυξηθεί σημαντικά τον τελευταίο αιώνα». Τόνισε ότι «συνεχίζουμε να επιδιώκουμε τον στόχο της αποκατάστασης της πλήρους κοινωνίας που εκφράζεται μέσω της συμμετοχής σε μία ευχαριστιακή τράπεζα» και «παρόλο που παραμένουν εμπόδια, είμαι βέβαιος ότι ακολουθώντας μαζί μες στην αμοιβαία αγάπη και συνεχίζοντας τον θεολογικό διάλογο, θα επιτύχουμε αυτόν τον στόχο».

Συνεχίζουμε να επιδιώκουμε τον στόχο της αποκατάστασης της πλήρους κοινωνίας που εκφράζεται μέσω της συμμετοχής σε μία ευχαριστιακή τράπεζα… Είμαι βέβαιος ότι ακολουθώντας μαζί μες στην αμοιβαία αγάπη και συνεχίζοντας τον θεολογικό διάλογο, θα επιτύχουμε αυτόν τον στόχο.

Πάπας Φραγκίσκος

Αυτή η δήλωση υποστηρίχθηκε πλήρως από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο στην απάντησή του. Επιπλέον, περιέγραψε την πορεία στην οποία, προφανώς, αυτός ο στόχος θα επιτευχθεί: «Κινούμεθα πέραν κάθε θεολογικού μινιμαλισμού και οικουμενιστικού ουτοπισμού, με ρεαλισμόν και εμπιστοσύνην εις την πρόνοιαν του Θεού».

Δεν είναι δύσκολο να μαντέψει κανείς τι ακριβώς εννοεί ο επικεφαλής του Φαναρίου κάνοντας μια τέτοια δήλωση. Νωρίτερα στην ομιλία του, απευθυνόμενη δια μέσω του Καρδινάλιου Kurt Koch στον Πάπα της Ρώμης, είπε ότι στον θεολογικό διάλογο με τους Καθολικούς υπάρχει «δυσκολίες που εμφανίζονται περιοδικώς».

Αυτές οι «δυσκολίες», σύμφωνα με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, συνδέονται «με την πολυπλοκότητα των συζητουμένων θεμάτων, τα οποία επί πολλούς αιώνας απησχόλουν και εδίχαζον τας δύο Εκκλησίας και την θεολογίαν». Υπενθυμίζουμε ότι μεταξύ αυτών των «συζητουμένων θεμάτων» υπάρχουν όπως το Ρωμαιοκαθολικό δόγμα του φιλιόκβε, το δόγμα της «Αμόλυντης Σύλληψης της Παναγίας», του «αλάθητου του Πάπα της πρώην καθέδρας». Χωρίς επίλυση αυτών των θεμάτων, οποιοσδήποτε θεολογικός διάλογος με Καθολικούς είναι αδύνατος. Αυτοί διαχώρισαν τη Ρ/Καθ. Εκκλησία από την Ορθοδοξία. Ωστόσο, στο Φανάρι, προφανώς, έχουν ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αυτά τα ζητήματα περιλαμβάνονται στον τομέα του λεγόμενου «θεολογικού μινιμαλισμού» και δεν έχουν σημαντική σημασία.

Κάτι παρόμοιο έχει ήδη ακουστεί από το στόμα του προκαθήμενου του Φαναρίου. Και, παρόλο που αυτά τα λόγια ειπώθηκαν πριν από 100 χρόνια, ο Πάπας Φραγκίσκος υπενθύμισε στον Πατριάρχη Βαρθολομαίο αυτά τα λόγια ως δικαιολογία της θέσης του, καθώς και ως παράδειγμα επίλυσης «θεολογικών διαφορών»:

«Η επιδίωξη ακόμη μεγαλύτερης εγγύτητας και αλληλοκατανόησης μεταξύ των Χριστιανών εκδηλώθηκε στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης ακόμη πριν η Καθολική Εκκλησία και άλλες εκκλησίες ξεκινήσουν το διάλογο. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στην εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, που απευθύνεται σε εκκλησίες σε όλο τον κόσμο ακριβώς πριν από εκατό χρόνια. Πράγματι, τα λόγια του παραμένουν επίκαιρα σήμερα: "Όταν κάποιες Εκκλησίες είναι εμπνευσμένες από την αγάπη και την τοποθετούν πάνω από οτιδήποτε άλλο στις κρίσεις τους για τις άλλους και σε σχέση μεταξύ τους, θα μπορέσουν, αντί να αυξάνουν και να διευρύνουν τις υπάρχουσες διαφορές, να τις μειώουν».

Έτσι απλά, οι διαφωνίες, συμπεριλαμβανομένων των θεολογικών, μειώνονται όχι με την επίλυσή τους, αλλά με την εξάλειψή τους με τη βοήθεια της «αγάπης», που είναι «πάνω από όλα τα άλλα».

«Κινούμεθα πέραν κάθε θεολογικού μινιμαλισμού και οικουμενιστικού ουτοπισμού, με ρεαλισμόν και εμπιστοσύνην εις την πρόνοιαν του Θεού».

Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος στον Πάπα Φραγκίσκο

Από την άλλη πλευρά, στην ομιλία του, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος απέρριψε τον «οικουμενικό ουτοπισμό». Τι είναι αυτό; Προφανώς, προσπάθεια ενότητας μέσω του θεολογικού διαλόγου, της συμμετοχής σε διασκέψεις, συναντήσεις κ.λπ. Αντί αυτού του «ουτοπικού» δρόμου, ο επικεφαλής του Φαναρίου προτείνει να δείξουμε «ρεαλισμό». Μήπως σημαίνει ότι είναι απαραίτητο να προσχωρήσουμε σε συλλείτουργα και Ευχαριστία με Καθολικούς; Κρίνοντας από τις δηλώσεις των τελευταίων ετών, τόσο από το Φανάρι όσο και από το Βατικανό, όλα πάνε προς εκεί.

Εξηγώντας τη θέση του αμέσως μετά την έκκληση για «ρεαλισμό», ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δήλωσε ότι σύμφωνα με την «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Σύνοδος της Κρήτης το 2016 – συντ.), ο κοινός στόχος των θεολογικών διαλόγων είναι η τελική αποκατάσταση της αληθινής πίστης και της αγάπης για την ενότητα», ενώ «ο σκοπός όλων των διαλόγων είναι ο ίδιος».

Ωστόσο, κρίνοντας από τον αριθμό των ιεραρχών άλλων Τοπικών Εκκλησιών που είναι παρόντες στη Θρονική εορτή του Φαναρίου, αυτός ο «στόχος» δεν βρίσκει υποστήριξη στην παγκόσμια Ορθοδοξία. Τουλάχιστον για τώρα.

Πού είναι η OCU;

Είναι ενδιαφέρον ότι φέτος κανένας εκπρόσωπος της OCU δεν ήταν παρών στην εορτή του Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου. Είναι αδύνατο να εξηγήσουμε την απουσία τους από πανδημία. Πρώτον, επειδή αντιπροσωπεία από την Ουκρανία με επικεφαλής τον Ντενίς Σμυγκάλ ήρθε στο Φανάρι, και δεύτερον, πριν από μερικές εβδομάδες, οι «ιεράρχες» και οι «ιερείς» της OCU, με επικεφαλής τον Ντραμπίνκο, συμμετείχαν στην χειροτονία του Εξάρχου για την Ουκρανία Μιχαήλ Ανίστσενκο.

Η απουσία του Ουκρανών σχισματικών φαίνεται ακόμη πιο παράξενη όταν λάβουμε υπόψη ότι κατά τη διάρκεια της λειτουργίας στις 30 Νοεμβρίου, ο Σμυγκάλ διάβασε στα Ουκρανικά «Σύμβολο της Πίστςως» και «Πάτερ ημών». Επιπλέον, οι Φαναριώτες είπαν κάποια επιφωνήματα στην εκκλησιαστική σλαβική γλώσσα (προφανώς, δεν είχαν λειτουργικά βιβλία στα ουκρανικά, κάτι που δείχνει την «φροντίδα» τους ως «μητέρας-εκκλησίας» για την Ουκρανία).

Σε ποια θρησκευτική ομολογία ανήκει ο Σμυγκάλ είναι άγνωστο. Από την άλλη όμως πλευρά, ο θρησκευτικός προσανατολισμός του είναι γνωστός, προς τους Ουνίτες (UGCC) και την OCU. Γιατί τότε κανείς από τους εκπροσώπους του νεοσύστατου οργανισμού δεν τον συνόδευε στο Φανάρι; Ειδικά, πέρυσι, στην ίδια γιορτή, στη λειτουργία στο Φανάρι συμμετείχε ο Ευστράτιος Ζοριά και ο Μιχαήλ Ζινκέβιτς ήταν παρών.

Μας φαίνεται ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο λόγοι για αυτήν την κατάσταση.

Ο πρώτος είναι ότι το συλλείτουργο αποκλειστικά με τους Ουκρανούς σχισματικούς και τους δικούς τους τιτουλάριους επισκόπους κατά τη διάρκεια της Θρονικής εορτής του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, θα έδειχνε πολύ ξεκάθαρα την κατάσταση στην οποία ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος βρέθηκε σήμερα λόγω Τόμου Αυτοκεφαλίας. Με άλλα λόγια, εάν οι εκπρόσωποι της OCU έρχονταν, ο επικεφαλής του Φαναρίου θα αναγκαζόταν να συλλειτουργήσει μαζί τους και μόνο μαζί τους. Δηλαδή, η εικόνα δεν θα ήταν ελκυστική, δεν υπάρχουν Ορθόδοξοι Χριστιανοί, αλλά υπάρχουν σχισματικοί από την OCU (του Επιφάνιου) και Καθολικοί. Πραγματικά δεν ήθελε να βρεθεί σε αυτήν την κατάσταση, οπότε αποφάσισε να το κάνει χωρίς τα «παιδιά του», αντικαθιστώντας την απουσία τους με κάποια επιφωνήματα στην εκκλησιαστική σλαβική γλώσσα και ανάγνωση της προσευχής «Πάτερ ημών» στα Ουκρανικά.

Δεύτερον, ας θυμηθούμε την αμήχανη κατάσταση που προέκυψε πέρυσι την ημέρα του πολιούχου του Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Τότε ο Προκαθήμενος της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος ήρθε για τα ονομαστήρια του επικεφαλής του Φαναρίου. Ωστόσο, απροσδόκητα για όλους, στον Εσπερινό εμφανίστηκε ο Επιφάνιος Ντουμένκο. Ως αποτέλεσμα, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος έφυγε βιαστικά από την Κωνσταντινούπολη, και το πρωί, στη Θ. Λειτουργία, κανένας από τους ιεράρχες δεν λειτούργησε, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Η θέση του είναι σαφής, είτε συλλειτουργούμε με τον Ντουμένκο, είτε δεν λειτουργούμε καθόλου. Οι αρχιερείς επέλεξαν το τελευταίο. Πιθανότατα, για να αποφευχθούν τέτοιες καταστάσεις, οι Τοπικές Εκκλησίες αποφάσισαν να μην στείλουν τους εκπροσώπους τους στην Κωνσταντινούπολη.

Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι εκπρόσωποι της Αυτόνομης Εκκλησίας της Φινλανδίας βρίσκονταν εκεί στο Φανάρι εκείνη την ημέρα. Άραγε εάν, εκτός από αυτούς, παραβρίσκονταν εκεί Ουκρανοί σχισματικοί, τότε αυτό θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως μια άλλη επιβεβαίωση του γεγονότος της πλήρους εξάρτησης της OCU από την Κωνσταντινούπολη.

Συμπεράσματα 

Ως αποτέλεσμα, βλέπουμε ότι ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος ακόμη και στην κύρια εορτή του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης λειτουργεί με δύο (στην ουσία βοηθητικούς) επισκόπους. Βλέπουμε ότι όχι μόνο δεν ήρθε κανένας Προκαθήμενος για το πανηγύρι, αλλά δεν υπήρχαν ούτε εκπρόσωποι των Τοπικών Εκκλησιών εκεί (με εξαίρεση το Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων, και μόνο επειδή ο Αρχιεπίσκοπος Νεκτάριος είναι εκπρόσωπος της Αδελφότητας του Αγίου Τάφου στην Κωνσταντινούπολη).

Η παπική πολιτική του Φαναρίου των τελευταίων χρόνων οδήγησε σε αυτό. Υποστηρίζοντας τα «προνόμιά του», ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος δεν λαμβάνει υπόψη τη γνώμη άλλων Προκαθημένων. Την κατανόηση της πανορθόδοξης ενότητας αντιλαμβάνεται απ’ αυτόν αποκλειστικά στο πλαίσιο της υποταγής όλων των Εκκλησιών στον «πρώτο θρόνο» (όπως οι ίδιοι Φαναριώτες αποκαλούν το Φανάρι). Δεν πρόκειται για ενότητα πίστης που βασίζεται στην παράδοση της Εκκλησίας και όχι ενότητα αμοιβαίου σεβασμού που βασίζεται στους κανόνες της Εκκλησίας, αλλά «ενότητα» υπακοής. Κατ’ εικόνα και ομοιότητα του Βατικανού.

Για το Φανάρι η κατανόηση της πανορθόδοξης ενότητας αντιλαμβάνεται αποκλειστικά στο πλαίσιο της υποταγής όλων των Εκκλησιών στον «πρώτο θρόνο». Δεν πρόκειται για ενότητα πίστης που βασίζεται στην παράδοση της Εκκλησίας και όχι ενότητα αμοιβαίου σεβασμού που βασίζεται στους κανόνες της Εκκλησίας, αλλά «ενότητα» υπακοής. Κατ’ εικόνα και ομοιότητα του Βατικανού.

Από την άλλη πλευρά, επιβεβαιώνοντας τις φιλοδοξίες του μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών και κυριολεκτικά αναγκάζοντάς τους να λάβουν αποφάσεις που αντιβαίνουν στις διδασκαλίες της Εκκλησίας και της ιεραρχικής συνείδησης, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος επιδιώκει την ενότητα με Καθολικούς. Σε αυτήν την περίπτωση, όπως λένε τόσο αυτός όσο και ο Πάπας Φραγκίσκος, η κατανόηση της ενότητας βασίζεται στην «αγάπη», η οποία συνεπάγεται την εξάλειψη όλων των «εμποδίων» (θεολογικών, πρώτον) για την υλοποίηση ενός στόχου – συλλείτουργο της Ευχαριστίας με τον Πάπα.

Δεν υπάρχει κανένας να εμποδίσει τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο να πέσει γρήγορα στην άβυσσο της αποστασίας και της κοινωνίας με Καθολικούς και σχισματικούς. Άλλωστε, σύμφωνα με την επιστολή των Ανατολικών Πατριαρχών, «ο φύλακας της ευσέβειας (πίστη) στη χώρα μας είναι το ίδιο το σώμα της Εκκλησίας, δηλαδή, ο ίδιος ο λαός, που πάντα θέλει να διατηρήσει την πίστη του αμετάβλητη και σύμφωνη με την πίστη των πατέρων του». Όμως, όπως είδαμε παραπάνω, οι Φαναριώτες δεν έχουν δικό τους ποίμνιο, καθώς είναι κωφοί και αδιάφοροι για το ποίμνιο άλλων Εκκλησιών, καθοδηγούμενοι σε αυτήν την περίπτωση από τα λόγια των Φαρισαίων, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι «ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον» (Ιω. 7,49).

Οι Ουκρανοί σχισματικοί δεν είναι επίσης ενάντια στην ενότητα με τους Καθολικούς. Δεν διστάζουν πλέον να «τελούν» κοινά μνημόσυνα και παρακλήσεις, καθώς κάνουν δηλώσεις για μια «ενιαία εκκλησία του Κίεβου» με έναν κοινό (για τους Ουνίτες-UGCC και OCU) «πατριάρχη» επί κεφαλής. Επομένως, οι φιλοδοξίες του Φαναρίου είναι κατανοητές.

Ωστόσο, στο τέλος, λόγω της υπερηφάνειας και της αλαζονείας του, λόγω της θεολογικής και πνευματικής τύφλωσης, στο Φανάρι θα απομείνει μόνο να «λειτουργεί» με σχισματικούς και Καθολικούς. Διότι, σε περίπτωση κοινής Ευχαριστίας του Φαναρίου με τη Ρ/Καθ. Εκκλησία, οι Ορθόδοξοι αρχιερείς δεν θα συλλειτουργούν μαζί του, οι κανόνες της Εκκλησίας δεν θα το επιτρέψουν.

Αν παρατηρήσετε κάποιο σφάλμα, επισημάνετε το επιθυμητό κείμενο και πιέστε Ctrl + Enter για να ενημερώσετε τον διαχειριστή για αυτό.

Δημοσκοπησεις

Σας εξοργίζει η κυριαρχία των LGBT σκηνών στον κινηματογράφο;
ναι
91%
όχι
0%
δυσκολεύομαι να απαντήσω
9%
Συνολικά ψήφισαν: 11

Αρχείο

Система Orphus