Τι έκανε το Φανάρι με άλλες Εκκλησίες τον 20ό αιώνα

Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος (Μεταξάκης) στις ΗΠΑ το 1921. Φωτογραφία: pravlife.org

Σε ποιόν, πώς και γιατί ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης Μελέτιος (Μεταξάκης) διάνεμε αυτοκέφαλα.

Στο προηγούμενο άρθρο μιλήσαμε για την αρχή της πορείας ζωής του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μελετίου (Μεταξάκη), ο οποίος ήταν ο πρώτος που οδήγησε την Εκκλησία του στην εκστρατεία κατάκτησης σε ξένες χώρες και σε ξένα ποίμνια. Μια εκστρατεία που έρχεται σε αντίθεση και αντιφάσκει όχι μόνο τους κανόνες και τη χριστιανική συνείδηση, αλλά και την κοινή λογική.

Ο άνθρωπος που εκδιώχτηκε πρώτα από την Ιερουσαλήμ ως διάκονος, και έπειτα, ήδη ως μητροπολίτης, εκδιώχθηκε από την Αθήνα. Είναι ακόμα πιο έκπληκτο το γεγονός ότι παρόλα αυτά κατάφερε να γίνει πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης.

Σε αυτό το άρθρο θα διηγηθούμε πως ο Μελέτιος χάρισε τα πρώτα αυτοκέφαλα σε κάποιες Εκκλησίες και τελικά εκδιώχθηκε από την Κωνσταντινούπολη. Μετά, ωστόσο, κατόρθωσε να γίνει ο πατριάρχης της Αλεξάνδρειας.

Φινλανδική αυτονομία

Την άνοιξη του 1922 ο Μελέτιος απευθύνθηκε στον επικεφαλής της αυτόνομης Φινλανδικής Εκκλησίας του Πατριαρχείου Μόσχας Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ (Λουκιάνοφ) με πρόταση να χορηγήσει αυτοκέφαλη. Ο Δεσπότης Σεραφείμ αρνήθηκε.

Επιπλέον, ο Πατριάρχης Μελετίου ήθελε να χειροτονήσει τον πρωθιερέα Γερμανό Αάβ ως επίσκοπο. Ο Πατέρας Γερμανός, για να το θέσει ήπια, δεν ανταποκρινόταν στις κανονικές απαιτήσεις της Εκκλησίας. Είχε παντρευτεί δύο φορές, είχε 11 παιδιά και μιλούσε περιφρονητικά για τους κανόνες της Εκκλησίας και πίστευε ότι είχαν παλιώσει πάρα πολύ. Ακριβώς γι’ αυ΄το το λόγο ο Δεσπότης Σεραφείμ αρνήθηκε επίσης στη χειροτονία.

Ωστόσο, παρά αυτό και χωρίς την προηγούμενη μοναχική κούρα και ράσο, ο πατέρας Γερμανός χειροτονήθηκε επίσκοπος Σορταβάλλας. Η Κωνσταντινούπολη το έπραξε κατόπιν αιτήματος και υπό την πίεση των φινλανδικών αρχών.

Στις 6 Ιουνίου η Εκκλησία της Φινλανδίας, και πάλι με τη βοήθεια του κράτους, έγινε δεκτή στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης με την παροχή... αυτονομίας, την οποία είχε ήδη στο πλαίσιο του Πατριαρχείου Μόσχας.

Ο Δεσπότης Σεραφείμ έγραψε επιστολή στον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, ελπίζοντας να τον αποτρέψει από μια τέτοια απερισκεψία. Συγκεκριμένα: «Αν αυτοί (εκπρόσωποι της νέας Φινλανδικής Εκκλησίας – συντ.) δουν ότι η εξάρτηση είναι δυσάρεστη και άβολη γι’ αυτούς, δεν θα αργήσουν να απομακρυνθούν κι από αυτήν την Εκκλησία και μαζί με την “αδελφική” Εσθονική Εκκλησία θα σχηματίσουν την αυτοδημιούργητη αυτοκέφαλη... Την κανονική σχέση με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης χρειάζονται μόνο ως μέσο για απομάκρυνσης από τη Ρωσική Εκκλησία και απόκτησης της πλήρης ελευθερίας, όταν δεν θα περιορίζονται από κανέναν ή τίποτα, όταν σπάσουν κάθε πνευματική ενότητα με όλες τις άλλες Εκκλησίες και θα κηρύξουν τους κανόνες τους, ακολουθώντας το πνεύμα της “Ζώσας Εκκλησίας”».

Παραλληλισμός με τη σύγχρονη Ουκρανία έρχονται μόνος του στο μυαλό.

Ο Πατριάρχης Μελέτιος εξέδωσε εντολή σύμφωνα με την οποία κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας στην Εκκλησία της Φιλανδίας έπρεπε να μνημονεύουν το όνομα του Πατριάρχη Τύχωνα αμέσως μετά το όνομα του Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης. Η φινλανδική αντιπροσωπεία υποσχέθηκε να τηρεί αυτόν τον κανόνα. Ωστόσο, πολύ σύντομα, ο επίσκοπος Γερμανός σταμάτησε να αναγγέλλει το όνομα του Πατριάρχη της Μόσχας.

Και πάλι, παρόμοια εντολή δόθηκε στον επικεφαλής της ΟCU, Επιφάνιο Ντουμένκο, και προς το παρόν την τηρεί. Το ερώτημα είναι πόσο θα διαρκέσει...

Αυτονομία της Τσεχίας και Τόμος για την Εσθονία

Στις 2 Μαρτίου 1923 το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως εξέδωσε τον τόμο «Για τη δημιουργία της Ορθόδοξης Αρχιεπισκοπής στην Τσεχική Δημοκρατία». Σύμφωνα με το έγγραφο, η Τσεχική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία μέχρι τότε ήταν υπό τη δικαιοδοσία της Σερβικής Εκκλησίας, έλαβε το ίδιο καθεστώς αυτονομίας, αλλά ήδη ως μέρος του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης.

Κυριολεκτικά, δύο μέρες αργότερα, στις 4 Μαρτίου 1923, ο Πατριάρχης Μελέτιος χειροτόνησε ως επίσκοπο τον Αρχιμανδρίτη Σαββάτιο (Βράμπετς) και αμέσως τον διόρισε επικεφαλής της Τσεχικής Εκκλησίας.

Σύντομα ο Μελέτιος απέστειλε επιστολή στον Αρχιεπίσκοπο Ευλόγιο (Γεοργιγιέβσκι), ο οποίος φρόντιζε τις ρωσικές ενορίες στο εξωτερικό. Ζήτησε από τον δεσπότη Ευλόγιο πλήρη και αδιαμφισβήτητη υποταγή στον επικεφαλής της Μητρόπολης Θυατείρων Γερμανό. Φυσικά, ο Ρώσος επίσκοπος απάντησε με άρνηση σ’ αυτό το αίτημα.

Στις 7 Ιουλίου 1923 ο Αρχιεπίσκοπος Ταλλίνης και πάσης Εσθονίας Αλέξανδρος (Πάουλους) έφυγε για την Κωνσταντινούπολη, όπου έλαβε τον Τόμο από τα χέρια του Πατριάρχου Μελετίου ότι η Εσθονική Ορθόδοξη Εκκλησία εντάχθηκε στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης ως αυτόνομη εκκλησιαστική περιοχή.

Ενάντια σε μια τέτοια καταφανή παραβίαση των κανόνων μίλησε το Πατριαρχείο της Μόσχας. Ωστόσο, εκείνη την εποχή η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία βρισκόταν σε τόσο θλιβερή κατάσταση, που κανείς δεν έδωσε σημασία στη διαμαρτυρία της.

Από την άλλη πλευρά, ο Πατριάρχης Μελέτιος πιθανότατα ούτως ή άλλως θα δεχόταν την Τσεχική, Φινλανδική και Εσθονική Εκκλησία στη δικαιοδοσία της Κωνσταντινούπολης. Και όλα αυτά επειδή, ο ίδιος, όπως και ολόκληρη η πατριαρχία, βρισκόταν σε πολύ λυπηρή κατάσταση και εξαρτιόταν άμεσα από τους πολιτικούς ορισμένων ευρωπαϊκών κρατών.

Στις 3 Ιουλίου 1923 η τουρκική κυβέρνηση έχει προγραμματίσει να διώξει τον Πατριάρχη Μελέτιο από την τουρκική επικράτεια. Επιπλέον, το θέμα δεν αφορούσε μόνο τον ίδιο τον πατριάρχη, αλλά και το πατριαρχείο γενικά.

Αυτό έγινε γνωστό σε ορισμένους πολιτικούς κύκλους που αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν τη στιγμή. Ο Φιλανδός γερουσιαστής Έμιλ Σετέλια υποσχέθηκε στον Μελέτιο να αναβάλει την απέλασή του αν αυτός αποφασίσει το θέμα της οργάνωσης των υποθέσεων στη Φινλανδική και Εσθονική Εκκλησίες. Όπως ήδη γνωρίζουμε, ο Μελέτιος έχει λύσει το ζήτημα και ο Σετέλια, χρησιμοποιώντας τις διπλωματικές του σχέσεις στη Σουηδία, μπόρεσε να επηρεάσει την τουρκική κυβέρνηση και να τήρησε την υπόσχεσή του – η Τουρκία δεν απέλασε την πατριαρχία από την τουρκική επικράτεια.

Το Φανάρι και η «Ζώσας Εκκλησίας»

Στις 24 Αυγούστου 1923 ο Μητροπολίτης Αντώνιος (Χραποβίτσκι) έγραψε στον Πατριάρχη Τύχωνα επιστολή που ανέφερε ότι η ανάγκη ύπαρξης ανώτερης εκκλησιαστικής αρχής στο εξωτερικό ήταν από καιρό ώριμη, επειδή το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης άρχισε να επεκτείνει τα δικαιώματά του στην «Πολωνία, Εσθονία, Λετονία και Φινλανδία, ακόμα και στην Κινεζική πνευματική αποστολή». Σύμφωνα με τον Επίσκοπο Αντώνιο η Αρχιερατική Σύνοδος της ΡΟΕ όχι μόνο θα προστατεύει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας της Ρωσικής Εκκλησίας, «αλλά θα βοηθήσει και άλλες αυτοκέφαλες εκκλησίες να συγκρατήσουν τις αιρετικές καινοτομίες κάποιων προκαθημένων των αυτοκέφαλων Εκκλησιών».

Προφανώς, με «αιρετικές καινοτομίες» ο Ρώσος αρχιερέας εννοούσε κάποιες ιδέες που έθεσαν μέλη της λεγόμενης «Ζώσας Εκκλησίας», η οποία είχε μόλις εμφανιστεί στο έδαφος της Σοβιετικής Ένωσης εκείνη την εποχή. Οι «Αναστηλωτές» (άλλο όνομα «Ζώσας Εκκλησίας») κατάφεραν να δημιουργήσουν αρκετά γρήγορα αρκετά στενούς δεσμούς με εκπροσώπους των αρχαίων Ανατολικών Εκκλησιών. Πρόκειται κυρίως για τα Πατριαρχεία της Κωνσταντινούπολης και της Αλεξάνδρειας. Ήδη στο πρώτο συνέδριο της «Ζώσας Εκκλησίας» στη Μόσχα, ο Αρχιμανδρίτης Ιακώβ (Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης) και ο Αρχιμανδρίτης Παύλος (Πατριάρχης Αλεξανδρείας) καθόταν στο βάθρο.

Αλλά για δικαιοσύνη θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι, αρχικά, ο Πατριάρχης Μελέτιος δεν υποστήριξε τους «αναστηλωτές» και μάλιστα έκανε δηλώσεις υπέρ του Πατριάρχη Τύχωνα. Στις 24 Απριλίου 1923 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης δήλωσε ότι «η Ορθοδοξία βλέπει τον Πατριάρχη της Μόσχας και Πάσης Ρωσίας ως εξομολογητή». Ωστόσο, παρά το γεγονός αυτό, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν εξέφρασε σαφή στάση απέναντι στους «Αναστηλωτές».

Ήταν αυτή η διφορούμενη κατάσταση που επέτρεψε στην «Ιερά Σύνοδο» της «Ζώσας Εκκλησίας» στις 8 Αυγούστου 1923 να απευθυνθεί στις Ανατολικές Εκκλησίες με τα λόγια: «Είμαστε πιστοί γιοι της Αγίας Ορθόδοξης Εκκλησίας και ποτέ δεν θα αλλάξουμε την πίστη των πατέρων μας, των παππούδων ή των προπαππούδων μας για οποιεσδήποτε άλλες νέες θρησκείες και ποτέ δεν θα ξεφύγουμε από την Ορθόδοξη Ανατολή».

Και η σοβιετική κυβέρνηση αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το παλιό τέχνασμα – να προσφέρει στο Φανάρι τα κτίρια που νωρίτερα ανήκαν στους εκπροσώπους του, με αντάλλαγμα την υποστηρικτική στάση απέναντι στους «αναστηλωτές». Στις 18 Σεπτεμβρίου 1923 η Αντιθρησκευτική Επιτροπή της Κεντρικής Επιτροπής του ΡΚΠ  (b) (Επαναστατικού Κόκκινου Κόμματος των μπολσεβίκων – συντ.) αποφάσισε: «Να αναθέσει στον σύντροφο Ποπόφ (πρόεδρο της επιτροπής – συντ.) να συζητήσει με τον σύντροφο Τσιτσέριν την κατάσταση του Μελετίου και της Συνόδου της Κωνσταντινούπολης και, ανάλογα με αυτό, να αποφασίσει το θέμα της επιστροφής στους αντιπροσώπους τους το σπιτιού που βρίσκεται στη Μόσχα».

Το σπίτι επιστράφηκε...

Πανορθόδοξο Συνέδριο της Κωνσταντινούπολης

Από τις 10 Μαΐου έως τις 8 Ιουνίου 1923 στην Κωνσταντινούπολη με πρωτοβουλία και υπό την προεδρία του Πατριάρχη Μελετίου πραγματοποιήθηκε το λεγόμενο Πανορθόδοξο Συνέδριο, στο οποίο συμμετείχαν τρεις άνθρωποι από την Κωνσταντινούπολη, ένας από την Εκκλησία της Κύπρου, ένας από την Ελληνική, ένας από τη Ρουμανική και δύο από τη Σερβική Ορθόδοξες Εκκλησίες. Στο συνέδριο έλαβαν μέρος και δύο Ρώσοι αρχιερείς που δεν είχαν την εξουσία να εκπροσωπούν την ΡΟΕ – Αρχιεπίσκοπος Αναστασίου (Γριμπανόβσκι) και Αρχιεπίσκοπος Αλεξάνδρου (Νεμολόβσκι).

Στο συνέδριο αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν μια σειρά μεταρρυθμίσεων, μεταξύ των οποίων:

  • μεταρρύθμιση του Ορθοδόξου ημερολογίου,
  • να επιτρέπεται διγαμία για τους κληρικούς,
  • να επιτρέπεται ο γάμος μετά τη χειροτονία,
  • δυνατότητα καταργήσεως των νηστειών (εκτός της Σαρακοστής, Τετάρτης και Παρασκευής).


Ο Δεσπότης Αναστάσιος (Γριμπανόβσκι) δεν υπέγραψε κανέναν από αυτούς τους ορισμούς.

Ο Πατριάρχης Μελέτιος αποφάσισε τουλάχιστον σε αυτό το επίπεδο να προωθήσει το νέο του δόγμα περί υπαγωγής της ορθόδοξης διασποράς στο θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Ο Ρώσος αρχιεπίσκοπος Αλέξανδρος (Νεμολόβσκι) αντιτάχθηκε κατηγορηματικά, ο οποίος και δήλωσε ότι για παράδειγμα η μεταφορά ορθοδόξων χριστιανών της Αμερικής από τη δικαιοδοσία της Ρωσικής Εκκλησίας στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως θα θεωρηθεί ως προδοσία του Πατριάρχη Τύχωνα, βρισκόμενο υπό κράτηση. Οι συμμετέχοντες στο συνέδριο συμφώνησαν με τα επιχειρήματα του δεσπότη Αλεξάνδρου και απέρριψαν την πρωτοβουλία του Μελετίου.

Το Πανορθόδοξο συνέδριο ενέκρινε διάταγμα περί εκκλησιαστικής κατάστασης στη Σοβιετική Ένωση. Όλες οι αποφάσεις των «Αναστηλωτών» αναγνωρίστηκαν ως μη κανονικές και οι Ορθόδοξες Εκκλησίες καλέστηκαν να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την απελευθέρωση του Πατριάρχη Τύχωνα. Ίσως αυτή η απόφαση έπαιξε θετικό ρόλο στην απελευθέρωση του Ρώσου Πατριάρχη από την κράτηση.

Μοναδικό θετικό ρόλο. Επειδή η Παγκόσμια Ορθοδοξία απέρριψε με αποφασιστικότητα όλες τις άλλες προτάσεις για μεταρρύθμιση της Εκκλησίας και ο Μητροπολίτης Αντώνιος (Χραποβίτσκι) ονόμασε γενικά τις ημερολογιακές μεταβολές «μια παράλογη και άσκοπη παραχώρηση στο μασονισμό και παπισμό».

Απαγόρευση και άρνηση 

Όχι μόνο οι Ορθόδοξοι επίσκοποι διαφωνούσαν με τις εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις του Μελετίου, και απλός λαός δεν συμφωνούσε με αυτές, κάτι που τελικά οδήγησε στην απαγόρευση στο υπουργείο του πατριάρχη.

1 Ιουνίου 1923, δηλ. ακόμη πριν τελειώσει το συνέδριο, οι οπαδοί του ιερέα Πάπα Ευθύμιου και οι αγανακτισμένοι από τη μεταρρύθμιση του ημερολογίου πιστοί έκαναν διαδήλωση, που κατέληξε σε επίθεση στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης στο Φανάρι. Οι διαδηλωτές απαίτησαν την ανατροπή και το διωγμό του Μελετίου από την Κωνσταντινούπολη, κατέστρεψαν την πατριαρχική κατοικία και, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο ίδιος ο πατριάρχης «προσβλήθηκε με τη δράση». Με απλά λόγια, ξυλοκοπήθηκε.

Η τουρκική κυβέρνηση ζήτησε από τον Μελετίου να μεταφέρει το πατριαρχικό θρόνο έξω από τη επικράτεια. Ο πατριάρχης στράφηκε στον θείο του, τον πρώην πρωθυπουργό της Ελλάδας Ελευθέριο Βενιζέλο στη Λωζάννη με ερώτηση τι να κάνει. Ο Βενιζέλος απάντησε ότι ο Μελετίου πρέπει να εγκαταλείψει το πατριαρχείο. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες ο πατριάρχης ήταν εξοργισμένος, αλλά την 1η Ιουλίου ακολούθησε τη συμβουλή του Βενιζέλου και, με το πρόσχημα της κακής υγείας, εγκαταστάθηκε στο Άγιο Όρος. Αντ’ αυτού άφησε τοποτηρητή Μητροπολίτη της Καισάρειας Νικόλαο.

Στις 24 Ιουλίου 1923 στη Λωζάνη υπογράφηκε ειρηνευτική συνθήκη μεταξύ των συμμάχων (Ελλάδας, Βρετανίας, Γαλλίας κ.λπ.), αφενός, και της Τουρκίας, αφετέρου. Σύμφωνα με το έγγραφο, 1,6 εκατομμύρια Έλληνες απελάθηκαν στην πατρίδα τους, με αποτέλεσμα το Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης να χάσει σχεδόν ολόκληρο το ποίμνιό του.

Στις 2 Οκτωβρίου ο γνωστός ιερέας στην Κωνσταντινούπολη που αναφέρθηκε παραπάνω, ο Πάπας Ευθύμιος, συνοδευόμενος από τους υποστηρικτές του και την τουρκική αστυνομία, εισήλθε στο κτίριο της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και απαίτησε από τους συνοδικούς να απαγορεύσουν τον Μελέτιο 9Μεταξάκη) εντός 10 λεπτών. Από τα οκτώ μέλη της Συνόδου, μόνο δύο ήταν κατά. Ως εκ τούτου, με πλειοψηφία, ο Πατριάρχης Μελέτιος απομακρύνθηκε από την πρωτοκαθεδρία της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης.

Στις 12 Οκτωβρίου η ελληνική κυβέρνηση έστειλε σ’ αυτόν στη Θεσσαλονίκη (όπου κατέληξε εκείνη την στιγμή)  τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο για να πείσει τον Μελέτιο να παραιτηθεί από το πατριαρχείο. Φυσικά, ο Μεταξάκης δεν ήθελε να το κάνει αυτό και θεωρούσε την απαγόρευσή του άκυρη. Ωστόσο, υπό την έντονη πίεση των αρχών, οι οποίες δεν ήθελαν ο πατριαρχικός θρόνος της εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης έστω προσωρινά να βρισκόταν στην Ελλάδα, στις 20 Οκτωβρίου ο Πατριάρχης Μελέτιος (Μεταξάκης) υπέγραψε ωστόσο την παραίτηση από το πατριαρχείο.

Δύο χρόνια αργότερα ο δεσπότης Μελέτιο κατέληξε στην Αίγυπτο, όπου, όχι χωρίς τη βοήθεια των Βρετανών, έγινε Πατριάρχης Αλεξάνδρειας. Πέθανε στις 28 Ιουλίου 1935 και θάφτηκε στο Κάιρο.

Το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από το βιβλίο του M.V. Shkarovsky «Εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης και της Ρωσίας στην περίοδο μεγάλων αναταραχών (1910-1950)», Mόσχα, εκδοτικός οίκος «Γνώση», 2019.

Αν παρατηρήσετε κάποιο σφάλμα, επισημάνετε το επιθυμητό κείμενο και πιέστε Ctrl + Enter για να ενημερώσετε τον διαχειριστή για αυτό.

Δημοσκοπησεις

Είναι σωστή η πρωτοβουλία των Ελλήνων ιεραρχών να διοργανώσουν την Πανορθόδοξη Σύνοδο χωρίς το Φανάρι;
Ναι, η εκκλησία πρέπει να αξιολογήσει τα βήματα του Φαναρίου
57%
Όχι, είνια αντικανονικό
43%
Δεν είναι ρεαλιστικό, κανένας δεν θα θέλει να χαλάσει σχέσεις με την Κωνσταντινούπολη
0%
Συνολικά ψήφισαν: 14

Αρχείο

Система Orphus